φορώ

φόρεσα, φορέθηκα, φορεμένος
1. μτβ., ντύνομαι κάποιο ρούχο ή εξάρτημα φορεσιάς, είμαι ντυμένος με κάτι: Δε φορούσε γραβάτα. – Φόρεσε το παλιό κοστούμι.
2. βάζω πάνω μου κάτι, φοράω οτιδήποτε (κοσμήματα, είδη οπλισμού ή άλλα εξαρτήματα): Στις κομπωτές πλεξούδες των φορούν νεραϊδογνέματα και πολυτρίχια (Ι. Γρυπάρης). – Φορώ βραχιόλι. – Φορώ σπαθί. – Φορώ γυαλιά. – Φορώ μασέλα κτλ.
3. ντύνω κάποιον με κάτι, του βάζω ρούχο, περνώ ρούχο πάνω του ή κάτι άλλο: Φόρεσε τα παπούτσια στο παιδί.
4. το γ' εν. πρόσωπο ως απρόσ., φοριέται συνηθίζεται, είναι της μόδας: Πολύ φοριέται να έχουν όλοι αυτοκίνητο.
5. η μτχ. παθ. πρκ. ως επίθ., φορεμένος, -η, -ο (βλ. λ.).

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • -φορώ — φορῶ, ΝΜΑ βλ. φόρος …   Dictionary of Greek

  • φορώ — (I) φορῶ, έω, ΝΜΑ, και ασυναίρ. τ. φοράω Ν βάζω επάνω μου ένδυμα, κόσμημα, όπλο ή άλλο αντικείμενο, ντύνομαι, φέρω (α. «φορούν νεραϊδογνέματα και πολυτρίχια», Γρυπ. β. «το γελεκάκι που φορείς...», λαϊκ. τραγούδι γ. «φοράει χρυσά δόντια» δ.… …   Dictionary of Greek

  • φορώ — φοράω / φορώ, φόρεσα βλ. πίν. 62 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φορώ — [форо] р. (μεταφ.) носить, надевать (платье и т. п.) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φορῶ — φορέω repeated pres subj act 1st sg (attic epic doric) φορέω repeated pres ind act 1st sg (attic epic doric) φορός bearing masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φορῷ — φορός bearing masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φόρῳ — φόρον forum neut dat sg φόρος that which is brought in by way of payment masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λινοφορώ — φορώ λινά ενδύματα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν ελληνογαλλικόν τού Νικ. Κοντόπουλου] …   Dictionary of Greek

  • αναζώννυμι — ἀναζώννυμι, ννύω (ΑΜ) (και Ν αναζώνω) νεοελλ. 1. φορώ κάτι σαν ζώνη ή τό φορώ κρεμώντας το απ’ τη ζώνη 2. (για κτήρια) περιβάλλω με ζώνη μέσ. 3. φορώ κάτι σαν ζώνη ή τό φορώ κρεμώντας το απ’ τη ζώνη 4. διορθώνω τη ζώνη «αναζώσου λιγάκι» (μσν. αρχ …   Dictionary of Greek

  • πενθηφορώ — και πενθοφορώ, έω 1. φορώ πένθιμα ρούχα, μαυροφορώ 2. φέρω τα εξωτερικά σημάδια τού πένθους, δηλ. μαύρη ταινία στον βραχίονα ή στο καπέλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πένθος + φορώ (< φόρος < φέρω) κατά τα λαμπαδη φορώ, δαφνηφορώ, στεφανη φορώ. Το ρ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.